powered by "One Way Radio" - μονόδρομος στη...διασκέδαση - www.onewayradio.net

Παρασκευή 27 Απριλίου 2012


Η πανοπλία της ψυχής σου

από την ψυχολόγο – ψυχοθεραπεύτρια Έφη Ταμπουρά

Η πανοπλία ήταν σωτήρια αιώνες πριν, όταν οι μάχες δίνονταν σώμα με σώμα, μειώνοντας την πιθανότητα να τραυματιστεί ο ιππότης θανάσιμα στη μάχη. Σήμερα ως σύγχρονοι “ιππότες” ποιος “εχθρός” μας απειλεί και συνεχίζουμε να τη φοράμε;
Θωρακίζουμε την ψυχή μας, παγώνουμε τα συναισθήματά μας, ρίχνουμε τις ευθύνες για ό, τι κακό μας συμβαίνει στους άλλους και στο τέλος απορούμε γιατί δεν μας αγαπούν όσο θα θέλαμε… Αναρωτήθηκες όμως ποτέ αν εσύ δίνεις πραγματικά, αν είσαι ανοιχτός/η στα συναισθήματα ή αν αγαπάς από ανάγκη;
Δεν γεννήθηκες με την πανοπλία. Μόνος/η σου τη φόρεσες. Για να προστατευτείς όταν ήσουν παιδί από τις συστηματικές ματαιώσεις των συναισθηματικών σου αναγκών. Να πνίξεις τον δικό σου πόνο και να μην έρχεσαι σε επαφή με τον πόνο των άλλων. Κι αυτό γιατί σ’ ένα βαθύτερο επίπεδο υπάρχει ένας έντονος φόβος. Ο φόβος μην πληγωθείς, μην απορριφθείς, μην μείνεις μόνος κλπ.
Έγινες ένα όμως με αυτή και δεν ξέρεις πώς να βγεις. Η πανοπλία σε κρατάει σε εγρήγορση. Δεν σε αφήνει να χαλαρώσεις. Είσαι σε ετοιμότητα να αντιμετωπίσεις πιθανούς κινδύνους. Η θωράκιση που σου προσφέρει απέναντι στις ματαιώσεις του περιβάλλοντος είναι πρόχειρη. Σε βοηθάει μεν αρχικά να διατηρείς την ψυχική σου ισορροπία, αλλά σιγά σιγά αρχίζει να σε βαραίνει. Σε προστατεύει απ’ τη μια, αλλά απ’ την άλλη περιορίζει τις δυνατότητές σου, την νοητική, ψυχική και σωματική σου ευελιξία, επιβαρύνοντας έτσι την ψυχική και σωματική σου υγεία...
Μπορεί να νιώθεις ερωτευμένος/η, αλλά μήπως είναι περισσότερο με την ιδέα του έρωτα και όχι με το άτομο που έχεις απέναντί σου; Νομίζεις πως δίνεις αγάπη ενώ στην πραγματικότητα λίγα αφήνεις να εκδηλωθούν. Όλα είναι επιφανειακά. Δεν αφιερώνεις χρόνο στον άλλον, να τον ακούσεις, να τον νιώσεις πραγματικά και πέρα από τον εαυτό σου. Σ’ ενδιαφέρει περισσότερο η εικόνα που βγάζεις προς τα έξω, αλλά και πάλι δεν είσαι ικανοποιημένος/η. Περιμένεις την αγάπη και την αναγνώριση από τους άλλους και όχι από τον εαυτό σου. Νομίζεις ότι προσφέρεις τα πάντα, αγνοώντας το σημαντικότερο: την ουσιαστική συναισθηματική επαφή. Αν είσαι θωρακισμένος δεν μπορείς να νιώσεις την αγάπη, τον πόνο και όλα τα υπόλοιπα συναισθήματα του άλλου. Δεν μπορείς να νιώσεις ούτε στον ίδιο σου τον εαυτό. Όταν δεν έχεις επαφή με τον εαυτό σου, δεν μπορείς να έχεις με κανέναν άλλον. Κι αφού δεν αφήνεσαι στην επαφή με τον άλλον/η, δεν μπορείς να νιώσεις ούτε τις προθέσεις του/της απέναντί σου. Μόνο όταν μείνεις μόνος/η μπορείς να αφεθείς και να είσαι ο εαυτός σου. Μόνο όταν σταματήσεις να απασχολείς συνεχώς το μυαλό σου με έρωτες, υποχρεώσεις και δουλειές μπορείς να πάρεις επαφή με τον αληθινό εαυτό σου. Επέτρεψε στον εαυτό σου στιγμές μοναξιάς. Μην μπερδεύεις όμως την μοναξιά με την αποξένωση
Όλοι προσπαθούμε να γίνουμε κάτι, και δεν απολαμβάνουμε αυτό που πραγματικά είμαστε. Έχουμε μάθει από παιδιά πως ένα “καλό κορίτσι” δεν πρέπει να θυμώνει ποτέ, πρέπει να είναι ευγενική ή πως ένα “δυνατό αγόρι” πρέπει να μην κλαίει και να μην δείχνει φόβο, να είναι “θαρραλέο”.  Στους άλλους μπροστά φοράς αυτό που πιστεύεις πως είναι ο “καλύτερός σου εαυτός”. Περνάς όλη σου τη ζωή προσπαθώντας να κάνεις τους άλλους να σε συμπαθήσουν. Θέλεις να είσαι ο/η καλύτερος/η και πάντα υπάρχουν νέες προκλήσεις για να το αποδείξεις. Σκέψου όμως…αν πραγματικά είσαι ο/η καλύτερος/η χρειάζεται να το αποδείξεις…;
Πρέπει να αφήσεις πίσω όλα αυτά που φοβάσαι και όλα αυτά που γνώριζες κάποτε, για να μπορέσεις να δεις καθαρά και να εμπιστευτείς τη ζωή. Ζεις το παρελθόν, φαντάζεσαι το μέλλον, αλλά αμελείς να ζήσεις το παρόν. Δεν είναι κακό να αλλάζεις τα “πιστεύω” σου και να προσαρμόζεσαι κάθε φορά στις συνθήκες του παρόντος. Τέλος σταμάτα να κατηγορείς τους άλλους για τα δικά σου λάθη και τις δικές σου επιλογές και ανέλαβε την ευθύνη για τη ζωή σου.

Παρασκευή 20 Απριλίου 2012


Όρια
Φράγμα και επαφή

από την ψυχολόγο – ψυχοθεραπεύτρια Έφη Ταμπουρά

Πως νιώθεις όταν κάποιος/α προσπαθεί να μπει στον “χώρο” σου; Καταφέρνεις να τον υπερασπιστείς; Πως νιώθεις όταν ο άλλος σου επιβάλει τα όριά του; Τα σέβεσαι ή όχι;
Επιτρέπουμε κάποιοι περισσότερο, κάποιοι λιγότερο και κάποιοι καθόλου τις αποφάσεις, τις επιθυμίες, τις προτιμήσεις των άλλων να εισβάλλουν στην ψυχή μας.
Η αίσθηση του εαυτού μας ως ξεχωριστή οντότητα και ο σεβασμός προς τον εαυτό μας και τους άλλους είναι άμεσα συνδεδεμένη με τον καθορισμό των ορίων. Ένα νεογέννητο μωρό δεν ξεχωρίζει τον εαυτό του από τη μητέρα. Θεωρεί ότι αυτό και η μητέρα είναι ένα. Μέσα από την επαφή με τη μητέρα, κατά τον 2ο με 6ο μήνα θα συνειδητοποιήσει σιγά-σιγά τα όριά του, θα οικοδομήσει την ταυτότητά του και θα μπουν τα θεμέλια για την ικανότητα που θα έχει στο μέλλον να αγαπήσει τον εαυτό του και τους άλλους.
Στο σώμα μας το δέρμα είναι το όριο ανάμεσα στον εσωτερικό και εξωτερικό κόσμο. Εκφράζεται η ανάγκη μας για αγάπη και προστασία, αλλά και ο φόβος μας μην αυτά χαθούν. Η αγκαλιά, το χάδι που θα δεχτεί ένα νεογέννητο από τη μαμά επηρεάζει κατά πολύ την σωματική και συναισθηματική του εξέλιξη. Σχετικές έρευνες σε πρόωρα μωρά έδειξαν ότι όταν εκείνα δέχονταν το χάδι της νοσοκόμας ή της ίδιας της μητέρας αυξάνονταν το βάρος τους σταδιακά, με αποτέλεσμα να φτάνουν το βάρος που θα είχαν αν είχαν γεννηθεί κανονικά στους 9 μήνες. Αντίθετα πρόωρα μωρά που δεν είχαν την φροντίδα αυτή είτε έμεναν λιπόβαρα με ποικίλα προβλήματα υγείας είτε δεν κατάφερναν να επιβιώσουν. Δεν είναι τυχαίο αν σκεφτούμε ότι κατά την εμβρυική κατάσταση το δέρμα δημιουργείται από τον ίδιο ιστό με το νευρικό σύστημα, γι’ αυτό και είναι τόσο δεκτικό όπως και τα αισθητήρια νεύρα μας.
Η έλλειψη ορίων μέσα στην οικογένεια δημιουργεί φόβο, ανασφάλεια και ταυτόχρονα μια εξάρτηση του παιδιού από τους γονείς. Όταν δεν υπάρχουν συγκεκριμένα όρια και κανόνες το παιδί δεν ξέρει πώς να συμπεριφερθεί, πιο είναι το σωστό και πιο το λάθος. Θεωρεί πως οι γονείς του δεν το αγαπούν και δεν ενδιαφέρονται για εκείνο. Επιπλέον όταν τα όρια των μελών της οικογένειας μπλέκονται μεταξύ τους, το αποτέλεσμα είναι μια δυσλειτουργική, συμβιωτική σχέση. Χάνεις σιγά-σιγά την αυτονομία σου, την ανεξαρτησία σου, την εκτίμηση και την εμπιστοσύνη στον εαυτό σου. Καταλήγεις να ανέχεσαι ολοένα και περισσότερα για να μην χάσεις τον άλλον/η και τα όριά σου ολοένα διευρύνονται, με αποτέλεσμα να μην σέβεσαι ούτε εσύ τα όρια του άλλου. Ούτε στον επαγγελματικό τομέα μπορείς να εμπνέεις κύρος και σταθερότητα.
Μπορεί όμως κάποιος να είναι κοινωνικός, να κάνει για παράδειγμα εύκολα γνωριμίες, να είναι ευχάριστος, αλλά να μην αφήνει να τον πλησιάσεις πραγματικά. Ενώ φαίνεται “ανοιχτός” στην επαφή να νιώθεις πως σε κρατάει συναισθηματικά σε απόσταση. Τα αυστηρά και άκαμπτα όρια, που δεν αφήνουν χώρο για την έκφραση των επιθυμιών και των αναγκών του παιδιού δημιουργούν επίσης φόβο και ανασφάλεια και οδηγούν σε μια αποστασιοποίηση και μια αρκετά ψυχαναγκαστική συμπεριφορά στην ενήλικη ζωή. Τα αυστηρά όρια χρησιμεύουν ως προστασία του εαυτού. Υπάρχει μια τεράστια ανάγκη για αγάπη, αλλά ταυτόχρονα και φόβος για επαφή. Ο φόβος πως αν χαλαρώσεις λίγο τις άμυνές σου κινδυνεύεις απ’ τους άλλους, πως θα αλλοτριωθείς ή πως “θα ενοχλήσεις” τον άλλον/η, με αποτέλεσμα όμως τη μοναξιά και την απομόνωση. Και οι δύο περιπτώσεις είναι οι δύο όψεις του ιδίου νομίσματος, τα δύο άκρα που οδηγούν σε προβλήματα στις διαπροσωπικές σχέσεις.
Μην φτάνεις στο σημείο να ανέχεσαι τόσα πολλά μέχρι να “φτάσει ο κόμπος στο χτένι”. Μην επιτρέπεις στους άλλους να χώνονται στη ζωή σου και βάλε στη θέση του όποιον/α επιχειρήσει να κάνει κάτι τέτοιο. Για να το επιτύχεις όμως αυτό θα πρέπει να βάλεις πρώτα τον εαυτό σου στη θέση που του ανήκει.. Πρέπει να μάθουμε να λέμε “όχι”. Το “όχι” είναι μια λέξη που εγκαθιδρύεται από την ηλικία των 12-18 μηνών. Απ’ την άλλη σταθερά όρια δεν σημαίνει ανελαστικά όρια. Προστασία της ελευθερίας του εαυτού μας δεν σημαίνει περιχαράκωσή του.
Όταν τα όρια συγχέονται οι ρόλοι μετατοπίζονται. Όσο πιο σαφή και σταθερά είναι τόσο πιο ουσιαστική είναι η επικοινωνία με τους άλλους. Κάποτε για να προσαρμοστούμε στο περιβάλλον θέσαμε κάποια όρια. Σήμερα δεν ζούμε σε αυτές τις συνθήκες, γιατί πολύ απλά δεν είμαστε πια 2 χρονών. Είναι καιρός λοιπόν να γίνει ένας επαναπροσδιορισμός των ορίων μας. Δεν μπορούμε να έχουμε την απαίτηση οι άλλοι να σέβονται τα όριά μας, τη στιγμή που εμείς οι ίδιοι δεν τα έχουμε ορίσει ξεκάθαρα ή δεν μπορούμε να παραπονιόμαστε για το γεγονός ότι δεν μας πλησιάζουν οι άλλοι (φυσικά ή συναισθηματικά) τη στιγμή που δεν τους επιτρέπουμε να μας πλησιάσουν. Όταν νομίζεις πως προστατεύεις κατ’ αυτό τον τρόπο τον εαυτό σου δεν μπορείς να αγαπήσεις και να αγαπηθείς πραγματικά.


Παρασκευή 13 Απριλίου 2012


Φόβος ή φοβία;

από την ψυχολόγο-ψυχοθεραπεύτρια Έφη Ταμπουρά

Περπατάς αμέριμνος/η στο δάσος και βλέπεις μπροστά σου μια αρκούδα (!). Το κυρίαρχο συναίσθημα εκείνης της στιγμής είναι ο φόβος. Είναι μια φυσιολογική ψυχολογική αντίδραση σε ένα εξωτερικό απειλητικό ερέθισμα. Βρισκόμενος/η απέναντι από ένα άγριο ζώο ο φόβος είναι πραγματικός. Φοβάσαι – δικαίως – εκείνη τη στιγμή για τη σωματική σου ακεραιότητα, για τη ζωή σου.
Η φοβία απ’ την άλλη είναι μια ψυχοπαθολογική κατάσταση. Χαρακτηρίζεται από έντονο φόβο και άγχος, που μπορεί να πάρει και διαστάσεις κρίσης πανικού, απέναντι σε ένα συγκεκριμένο αντικείμενο ή κατάσταση ή ακόμα και στην προοπτική να βρεθεί αντιμέτωπο το άτομο με το συγκεκριμένο αντικείμενο ή κατάσταση, που δεν ανταποκρίνεται όμως στην πραγματικότητα. Ο φόβος δηλαδή είναι παράλογος. Είναι διαφορετικό να φοβάσαι έναν καρχαρία από το να φοβάσαι ένα ψαράκι! Το άτομο αναγνωρίζει τον παράλογο χαρακτήρα της αντίδρασής του και προσπαθεί να αντιμετωπίσει το πρόβλημα με το να αποφεύγει το αντικείμενο ή την κατάσταση, εμποδίζοντάς το όμως να λειτουργεί ελεύθερα στην επαγγελματική και κοινωνική του ζωή.
Οι φοβίες εμφανίσθηκαν, ως αποτέλεσμα του πολιτισμού και των οργανωμένων κοινωνιών. Στα πρώτα στάδια της ανθρώπινης εξέλιξης, ο φόβος ήταν περισσότερο επιβίωσης και όχι υπαρξιακός.
Τα φοβικά επεισόδια συνήθως συνοδεύονται από σωματικά συμπτώματα όπως: ταχυπαλμία, εφίδρωση, ζαλάδα, μούδιασμα. και αίσθηση λιποθυμίας.
Τις φοβίες θα μπορούσαμε να τις διακρίνουμε σε ειδικές (απλές) φοβίες, δηλαδή φοβία σε ένα συγκεκριμένο ερέθισμα ή συγκεκριμένη κατάσταση και σε πιο σύνθετες, οι οποίες έχουν να κάνουν με πολλά ερεθίσματα και κυρίως επηρεάζουν άμεσα την καθημερινότητα του ατόμου. Συγκεκριμένα μερικές πιο συχνές ειδικές φοβίες είναι:
 Οι φοβίες ζώων (αράχνες, σκύλοι, πουλιά, έντομα, φίδια κλπ) είναι ειδικές φοβίες οι οποίες παρατηρούνται σχεδόν αποκλειστικά στις γυναίκες και σε παιδιά 7 ετών και άνω.
Η υψοφοβία (όταν βρίσκεται το άτομο σε ψηλό σημείο φοβάται ότι θα χάσει την ισορροπία του και θα πέσει).
 Η κλειστοφοβία (ο φόβος των κλειστών χώρων όπως ασανσέρ, τούνελ, στοές, στενές αίθουσες, μέσα μεταφοράς – μετρό, λεωφορείο – και γενικά κλειστοί ή και συνωστισμένοι χώροι). Το άτομο νιώθει εγκλωβισμένο σ’ έναν περιορισμένο χώρο και αδύναμο να διαφύγει αν χρειαστεί.
Η φοβία των φυσικών στοιχείων (νερό, καταιγίδες, κεραυνοί) όπου το άτομο δε νιώθει σιγουριά σε κανένα σημείο, παρ’όλα αυτά ο φόβος και η αγωνία που νιώθει το ωθούν σε συμπεριφορές διαφυγής. Έχει ανάγκη από ένα άτομο που το προστατεύει.
Η φοβία αίματος, ένεσης ή τραυματισμού. Η φοβία αυτή έχει διαφορετική σωματική ανταπόκριση. Το 70-80% των περιπτώσεων καταλήγουν σε επιβράδυνση του καρδιακού ρυθμού και πτώση της πίεσης μέχρι και λιποθυμία.
Η φοβία της αεροπορικής πτήσης. Ο βαθμός και η ένταση της φοβίας διαφέρει από άτομο σε άτομο. Από μια ήπια ανησυχία κατά την επιβίβαση στο αεροπλάνο που σιγά-σιγά κατά τη διάρκεια της πτήσης εξαφανίζεται ή ακόμα κι αν δεν εξαφανίζεται το άτομο υπομένει την πτήση παρ’ όλο που νιώθει άβολα, μέχρι την κρίση πανικού με έντονη εφίδρωση, ζάλη, δύσπνοια κλπ.
Στις πιο συχνές σύνθετες φοβίες ανήκει η αγοραφοβία, και η κοινωνική φοβία.
Στην αγοραφοβία το άτομο φοβάται να βρεθεί μόνο του σε χώρους ή καταστάσεις, έξω από τον συνηθισμένο χώρο του, όπου νιώθει εκτεθειμένο και νομίζει ότι δύσκολα θα μπορεί να ξεφύγει και κυρίως δεν θα μπορεί να βρει βοήθεια σε περίπτωση ανάγκης. Εκδηλώνεται πιο συχνά σε ανοιχτούς δημόσιους χώρους, αλλά μπορεί να συμβεί και σε κλειστούς. Το άτομο αισθάνεται άγχος, έντονη δυσφορία και δυσκολεύεται να αναπνεύσει, νιώθει ότι θα χάσει τον έλεγχο του εαυτού του. Δεν βγαίνει απ’ το σπίτι χωρίς συνοδεία κάποιου οικείου του προσώπου ή σκύλου ή κάποιου μπαστουνιού κλπ.
Στην κοινωνική φοβία το άτομο νιώθει έναν μόνιμο, έντονο φόβο κάθε φορά που βρίσκεται σε κοινωνικές περιστάσεις όπως το να μιλά δημόσια, να συναναστρέφεται με προϊσταμένους, ακόμα κα να τρώει ή να πίνει μπροστά σε άλλους. Φοβάται ότι οι άλλοι το κρίνουν άσχημα, ότι θα το θεωρήσουν χαμηλού επιπέδου, ότι τα χέρια του ή η φωνή του θα τρέμουν και γενικότερα φοβάται ότι θα ταπεινωθεί δημόσια. Στην κοινωνική φοβία τα άτομα αποφεύγουν τέτοιου είδους κοινωνικές και επαγγελματικές συναναστροφές. Με αυτόν τον τρόπο καταλήγουν να περιθωριοποιούν οι ίδιοι τους εαυτούς τους κοινωνικά και επαγγελματικά.
Η φοβία μπορεί να πυροδοτηθεί από ένα γεγονός στο παρελθόν, όπου το άτομο στρεσαρίστηκε πολύ. Μπορεί να μην ήταν τραυματικό το γεγονός αυτό καθ’ αυτό, αλλά να έχει συνδεθεί με μια αρνητική αντίδραση ή να έχει προκαλέσει μια συναισθηματική σύγκρουση. Το υποσυνείδητο έχει απωθήσει το αρχικό γεγονός. Σε περίοδο έντονου stress, όπως για παράδειγμα απώλειας κάποιου οικείου προσώπου, μπορεί να έρθει ξαφνικά στην επιφάνεια η σύγκρουση αυτή με τη μορφή φοβίας. Η φοβία δηλαδή είναι το αποτέλεσμα της ανάγκης του ψυχισμού  να μειώσει το άγχος του (!). Έτσι το προβάλει σε ένα συγκεκριμένο εξωτερικό αντικείμενο ή κατάσταση για να μπορεί να το αντιμετωπίσει.
Το αντικείμενο της φοβίας μπορεί όμως και να μην συνδέεται με κάποια τραυματική εμπειρία. Δηλαδή δεν χρειάζεται κάποιος να έχει μια άσχημη εμπειρία σε αεροπλάνο για να αναπτύξει μια φοβία για τις πτήσεις.
Χαρακτηριστικό είναι ότι φοβίες αντιμετωπίζουν οι άνθρωποι οι οποίοι πιστεύουν ότι δεν θα τους συμβεί κάτι που θα τους αιφνιδιάσει, θα αναστατώσει το πρόγραμμά τους και τη ζωή τους γενικότερα. Οι συγκεκριμένοι άνθρωποι θέλουν να έχουν τον έλεγχο των συνθηκών της ζωής τους και παραλύουν στο ενδεχόμενο απώλειας αυτού του ελέγχου. Στην περίπτωση της φοβίας του αεροπλάνου, το άτομο δεν έχει τον έλεγχο του αεροπλάνου και επιπλέον πρέπει να εμπιστευτεί έναν ξένο (τον πιλότο). Ίσως γενικότερα στη ζωή του δυσκολεύεται να χαλαρώσει, να αφήσει τον έλεγχο και να εμπιστευτεί τους ανθρώπους. Έχει παρατηρηθεί επίσης ότι άνθρωποι οι οποίοι έχουν εκδηλώσει κοινωνική φοβία, βίωναν ως παιδιά μια απορριπτική ή υπερπροστατευτική συμπεριφορά των γονιών. Τέλος αν κάποιος γονιός έχει αναπτύξει κάποια φοβία, το πιθανότερο είναι το παιδί να υιοθετήσει αυτή τη φοβική συμπεριφορά, μέσω της φυσιολογικής ταύτισης με το γονιό.
Δύσκολα θα αναζητήσει τη βοήθεια ενός ειδικού ένα άτομο με φοβία. Απ’ τη μια έχει οργανώσει έτσι τη ζωή του γύρω από μια τεχνική αποφυγής των αντικειμένων ή των καταστάσεων που του δημιουργούν φοβικά συναισθήματα και απ’ την άλλη σε κάποια είδη φοβιών υπάρχουν και δευτερογενή οφέλη. Για παράδειγμα στην αγοραφοβία το άτομο κερδίζει προσοχή και φροντίδα και συνοδεύεται στις μετακινήσεις του.
Κάποιες συμπεριφορικές τεχνικές βοηθούν το άτομο να εξοικειωθεί σταδιακά με το φοβικό αντικείμενο ή κατάσταση. Για παράδειγμα κάποιος με κλειστοφοβία θέλει να μπει στο ασανσέρ. Θα πρέπει μαζί με ένα οικείο του πρόσωπο ή τον ψυχοθεραπευτή να μείνει για λίγη ώρα στον χώρο έξω από το ασανσέρ, μετά λίγη ώρα μέσα στο ασανσέρ, στη συνέχεια να ανέβει έναν όροφο κλπ. Τα βήματα αυτά δεν χρειάζεται να γίνουν την ίδια μέρα. Ένα βήμα κάθε φορά. Το ίδιο ισχύει και για κάποιον που θέλει να μπει στο μετρό η στο λεωφορείο. Στόχος είναι η σταδιακή απευαισθητοποίηση.
Η ψυχαναλυτικού προσανατολισμού ψυχοθεραπεία βοηθάει το άτομο να ανακαλύψει και να επιλύσει την όποια ενδοψυχική σύγκρουση βρίσκεται στη βάση της φοβικής συμπεριφοράς, έτσι ώστε στο μέλλον να μην αναπτύξει την ίδια ή κάποια άλλη φοβία.
Τέλος οι τεχνικές χαλάρωσης και αναπνοής αποδεικνύονται πολύ χρήσιμες στη θεραπεία των φοβιών


Διάσημες…φοβίες             

Kim Basinger: πάσχει από αγοραφοβία
Scarlett Johansson: πανικοβάλλεται στη θέα των κατσαρίδων.
Johnny Depp: τρομοκρατείται από τα βαμμένα πρόσωπα των κλόουν.
Jodie Foster: αισθάνεται άσχημα μόλις μπαίνει σε ένα κατάστημα.
Nicole Kidman: δεν μπορεί να υποφέρει τις πεταλούδες. Αν την πλησιάσει κάποια την πιάνει πανικός!
Uma Thurman: πάσχει από κλειστοφοβία (στη σκηνή του Kill Bill όπου ήταν θαμμένη ζωντανή το ουρλιαχτό της πιθανότατα θα ήταν πραγματικό!)
Cher: υποφέρει κάθε φορά που ταξιδεύει με το αεροπλάνο
Daryl Hannah: πάσχει επίσης από αγοραφοβία


Παρασκευή 6 Απριλίου 2012

Θυμός: ένα…κακό συναίσθημα;


από την ψυχολόγο – ψυχοθεραπεύτρια Έφη Ταμπουρά

“Μου έπρηξες το συκώτι”, “μου ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι”, “η συμπεριφορά σου με εξοργίζει”, “με έκανες έξαλλο/η” κλπ. Οι εκφράσεις της καθημερινότητας προδίδουν τη θέση που κατέχει ο θυμός στη ζωή μας: πιο κυρίαρχη απ’ όσο θέλουμε ή μας έχουν μάθει να θέλουμε...
Στη φυσιολογική του μορφή ο θυμός είναι χρήσιμος γιατί μας κινητοποιεί να προστατέψουμε τον εαυτό μας, όταν κάτι δεν πάει καλά. Είναι φυσιολογικό λοιπόν να νιώθεις θυμό όταν αδικείσαι, αγχώνεσαι, ντρέπεσαι, πονάς όταν σε προσβάλουν, σε απειλούν ή να θυμώνεις επειδή θύμωσες με κάτι ή κάποιον. Είναι ένα συναίσθημα “δράσης”, σε ωθεί να αλλάξεις μια κατάσταση, να την αντιμετωπίσεις.
Στις “πολιτισμένες” κοινωνίες αποδεκτός είναι αυτός που είναι ήρεμος, ευγενικός, υπομονετικός, “καθώς πρέπει”. Θεωρείται αγενές να εκφράσεις τη δυσαρέσκειά σου, να υψώσεις τον τόνο της φωνής σου. Πρέπει να δείχνεις ανωτερότητα. Μαθαίνεις να καταπιέζεις τον θυμό, και στη συνέχεια κι άλλα συναισθήματα. Όσο πιο μορφωμένος είσαι τόσο περισσότερο πρέπει να καταπιέσεις τον θυμό σου. Κανένας όμως δεν θα πρέπει να εξαιρείται από κανένα συναίσθημα.
Όπως όλα τα συναισθήματα έτσι κι ο θυμός, δεν δημιουργείται από τα ίδια τα γεγονότα, αλλά από τον τρόπο με τον οποίο σκεφτόμαστε γι’ αυτά, από τη σημασία που έχουν για μας.
Η επιρροή από τους γονείς μας και στη συνέχεια οι κοινωνικές επιρροές καθορίζουν στο μεγαλύτερο βαθμό την έκφραση του θυμού. Οι άνθρωποι είτε εκφράζουν τον θυμό ανοιχτά στον άνθρωπο που τους θύμωσε είτε δεν τον εκφράζουν και συνήθως τον στρέφουν εναντίον του εαυτού τους ή σε κάποιον….αθώο!
Αν ο πατέρας ή η μητέρα θύμωναν εύκολα και γενικά υπήρχαν συνεχώς φωνές στο σπίτι, είτε θα σιωπήσεις και δεν θα εκφράσεις τον θυμό σου, από φόβο μήπως πάθεις κακό από τον ευέξαπτο γονιό, είτε θα ταυτιστείς μαζί του για να μπορέσεις έτσι κάποια στιγμή να έχεις – μέσω του θυμού – τον έλεγχο. Αν πάλι μεγάλωσες σε ένα περιβάλλον όπου ο θυμός ήταν απαγορευμένο συναίσθημα και έπρεπε να είσαι “καλό” παιδί, γιατί “τι θα πει ο κόσμος” κλπ, πιθανότατα δεν εξέφραζες θυμό καθόλου και τον κρατούσες μέσα σου ή μέσα στο σπίτι γινόταν…χαμός και εκτός σπιτιού ήσουν το καλύτερο παιδί! Στην ενήλικη ζωή όμως στην πρώτη περίπτωση έχεις έντονα προβλήματα στις διαπροσωπικές σχέσεις, αφού έχεις συχνά ξεσπάσματα θυμού που μπορεί να εξελιχθούν σε επιθετικότητα και βία, στη δεύτερη περίπτωση πολύ δύσκολα θα εκφράσεις τον θυμό σου και συνήθως αυτοκαταστρέφεσαι – τα ψυχοσωματικά προβλήματα είναι πιο συχνά σε αυτή την περίπτωση – και στην τρίτη περίπτωση το πιο πιθανό είναι να μην ξεσπάς εκεί που πρέπει, αλλά στον εαυτό σου και στα αγαπημένα σου πρόσωπα καλλιεργώντας επιπλέον και αισθήματα ενοχής.
Αυτό που μας θυμώνει περισσότερο είναι αυτό που έχουμε υποστεί μικροί από τους γονείς ή το ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον και που συνήθως δεν αντιδράσαμε όπως έπρεπε ή θα θέλαμε. Για παράδειγμα σε θυμώνει κάποιος που είναι ανεύθυνος. Σκέψου τι λέει αυτό για τη ζωή σου; Σου έχουν προσάψει αυτόν τον χαρακτηρισμό ή έχει υπονοηθεί κάτι τέτοιο ή ο γονιός δεν ανεχόταν την ανευθυνότητα (ή πιο σωστά: αυτό που θεωρούσε εκείνος ανευθυνότητα); Προβάλουμε στον άλλον ό, τι δεν επιτρέπουμε στον εαυτό μας. Ή για παράδειγμα νιώθεις ότι κάποιος δεν σε παίρνει στα σοβαρά και γίνεσαι έξαλλος/η. Αν μεγάλωσες σε ένα περιβάλλον όπου δεν σε έπαιρναν στα σοβαρά, “ξέρουν πάντα καλύτερα” και κατά συνέπεια η γνώμη σου δεν μετρούσε και δεν αντιδρούσες ή ακόμα κι αν αντέδρασες βρήκες “τοίχο”,  μια αντίστοιχη συμπεριφορά σήμερα θα ενεργοποιήσει όλο τον θυμό και την απογοήτευση που ένιωσες τότε.
Πολλοί γονείς έχουν μεγάλες απαιτήσεις από τα παιδιά τους, για τους δικούς του λόγους ο καθένας, ακόμα και για τα πιο απλά πράγματα. Ένα παιδάκι 3-4 χρονών θέλει για παράδειγμα να παίξει με τα τουβλάκια του, να ζωγραφίσει κλπ. Στα μάτια του αυτό που έφτιαξε είναι ένα διαστημόπλοιο – ασχέτως αν μοιάζει με πατημένο λουκουμά – και δεν χρειάζεται κανέναν να του πει το αντίθετο ή κυρίως πώς να το βελτιώσει! Όταν ο γονιός του δείχνει πώς να το φτιάξει χωρίς να του έχει πει το παιδί “δείξε μου”, ακυρώνει τον ενθουσιασμό του, την προσπάθειά του. Το πρόβλημα δημιουργείται όταν όλα καλύπτονται από το πέπλο “θέλω το καλό σου” “θέλω το καλύτερο για σένα”. Δεν μπορείς να θυμώσεις σε κάποιον που θέλει το καλό σου! Άρα θυμώνεις με τον εαυτό σου που δεν τα καταφέρνει και επιπλέον απογοητεύεις και αυτόν/η που θέλει το καλό σου!
Ο χρόνιος θυμός – είτε τον εκφράζεις είτε όχι – μειώνει την άμυνα του οργανισμού. Όταν είσαι θυμωμένος/η ο οργανισμός θεωρεί ότι βρίσκεται σε κίνδυνο, κι έτσι αυξάνει τις ορμόνες του στρες στο αίμα. Όταν αυτό όμως είναι χρόνιο μειώνει την απόδοση του ανοσοποιητικού σου συστήματος καθιστώντας το ευάλωτο σε διάφορες παθήσεις. Δεν είναι τυχαίες άλλωστε οι εκφράσεις που δηλώνουν τη σωματική έκφραση του θυμού όπως, “μου ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι”, “μου έπρηξες το συκώτι” κλπ.
Όταν ο θυμός δεν εκφράζεται ή εκφράζεται με λάθος τρόπο έχει επιπτώσεις στην υγεία μας – ψυχική και σωματική – και στις διαπροσωπικές μας σχέσεις.
Αν κάτι σε έχει θυμώσει μην περιμένεις την “κατάλληλη στιγμή” για να το εκφράσεις. Όσο περνάει ο καιρός αυτό θα μεγεθύνεται στο μυαλό σου παρά θα το ξεχνάς και στο τέλος ίσως και να μην θυμάσαι τι είναι αυτό που σε θύμωσε αρχικά. Όταν για παράδειγμα δεν λες στον/στην σύντροφό σου ότι κάτι σε ενόχλησε, επειδή δεν θέλεις να μαλώσεις ή φοβάσαι ότι θα φύγει, το πιθανότερο είναι να συμβεί…αυτό ακριβώς που φοβάσαι! Όσο παραμένεις θυμωμένος/η είσαι απόμακρος/η (συναισθηματικά) ή θυμώνεις με άλλα ασήμαντα πράγματα. Έχεις μια παθητική επιθετικότητα που είναι πιο καταστροφικό για τη σχέση από την ειλικρινή συζήτηση και έκφραση του θυμού. Μην περιμένεις να διαβάσει ο/η άλλος/η τη σκέψη σου!
Στην περίπτωση όμως όπου είσαι έξαλλος/η, ηρέμησε πρώτα και μετά εξέφρασε αυτό που σε ενόχλησε, γιατί αλλιώς ίσως πεις πράγματα που μετά ….μετανιώσεις! Η ευθύνη γι’ αυτά που νιώθουμε δεν βρίσκεται αποκλειστικά στη συμπεριφορά των άλλων. Μην ξεκινάς με κατηγορίες και χαρακτηρισμούς όπως π.χ “είσαι ανώριμος”, αλλά “αυτό που έκανες δεν μου άρεσε” κλπ. Μ’ αυτό τον τρόπο ο άλλος/η δεν νιώθει ότι του επιτίθεσαι και δεν υψώνει αμέσως την άμυνά του. Επίσης μην γενικεύεις και αναφέρεσαι στο παρελθόν “πάντα ανώριμος ήσουν” κλπ. Ο σκοπός άλλωστε θα πρέπει να είναι η επίλυση του προβλήματος και όχι η  επίδειξη δύναμης και κυριαρχίας.
Ο θυμός αν εκφραστεί εποικοδομητικά μπορεί να είναι χρήσιμος. Δείχνει στους άλλους τα όριά μας. Ο καθένας μας ξέρει για τον εαυτό του αν είναι ο άνθρωπος που συσσωρεύει το θυμό ή εκρήγνυται αμέσως και χάνει τον έλεγχο. Όσο καλύτερα κατανοήσουμε τις ανάγκες και τα κίνητρα της συμπεριφοράς των άλλων, αλλά και τα δικά μας, τόσο καλύτερα θα χειριστούμε συναισθήματα όπως ο θυμός.

Παρασκευή 30 Μαρτίου 2012

Ψυχίατρος, Ψυχολόγος, Ψυχαναλυτής ή Ψυχοθεραπευτής;

Όλοι κάνουν την ίδια δουλειά ή μήπως όχι;

                                              από την ψυχολόγο-ψυχοθεραπεύτρια Έφη Ταμπουρά

Υπάρχει – δικαιολογημένα – μια σύγχυση σχετικά με το τι ακριβώς κάνει ο κάθε  ειδικός της ψυχικής υγείας. Όλοι σίγουρα ασχολούνται με τα προβλήματα της ψυχικής υγείας του ανθρώπου αλλά από εκεί και πέρα; Γενικά θα λέγαμε ότι ο καθένας έχει διαφορετικό εκπαιδευτικό υπόβαθρο, χρησιμοποιεί διαφορετική τεχνική και βλέπει τα πράγματα από διαφορετική οπτική γωνιά.
Συγκεκριμένα ο ψυχίατρος είναι γιατρός. Έχει πτυχίο ιατρικής (6 χρόνια) και έχει ειδικευτεί στην ψυχιατρική (5 χρόνια). Θα ακούσει το πρόβλημα, θα αναλύσει τα συμπτώματα, θα κάνει τη διάγνωση και θα χορηγήσει κάποια φαρμακευτική αγωγή. Ουσιαστικά αντιμετωπίζει το σύμπτωμα π.χ. άγχος και όχι την αιτία που το δημιουργεί. Σε βαριές ψυχιατρικές διαταραχές όμως (π.χ. σχιζοφρένεια, παρανοειδής προσωπικότητα κλπ), είναι απαραίτητη η ψυχιατρική παρακολούθηση και η χορήγηση φαρμάκων.
Ο ψυχολόγος έχει πτυχίο ψυχολογίας (4 χρόνια) και πιθανότατα κατέχει και κάποιον μεταπτυχιακό τίτλο π.χ. στη συμβουλευτική ψυχολογία (συμβουλευτικός ψυχολόγος), στην κλινική ψυχολογία (κλινικός ψυχολόγος) κλπ. Η φοίτηση σε κάποιο μεταπτυχιακό διαρκεί από 2 μέχρι 5 εξάμηνα ανάλογα το μεταπτυχιακό. Η επιστημονική του κατάρτιση τον καθιστά γνώστη της ψυχοπαθολογίας του ανθρώπου, όχι όμως και ψυχοθεραπευτή. Δεν είναι καταρτισμένος να κάνει μια θεραπεία σε βάθος. Η δουλειά του είναι διαγνωστική, συμβουλευτική, προωθώντας την αυτογνωσία και τη συνειδητοποίηση της στάσης ζωής.
Ο ψυχαναλυτής και ο ψυχοθεραπευτής θα μπορούσαμε να πούμε ότι κάνουν και οι δύο την ίδια δουλειά. Αυτό που διαφέρει είναι η σχολή στην οποία έχει εκπαιδευτεί ο καθένας και κατ’ επέκταση η τεχνική που χρησιμοποιεί στην θεραπεία. Συγκεκριμένα βασική προϋπόθεση για να εκπαιδευτείς στην ψυχανάλυση ή σε κάποια ψυχοθεραπευτική μέθοδο είναι να έχεις αποκτήσει πρώτα είτε πτυχίο ιατρικής (κυρίως στην ειδικότητα της ψυχιατρικής) ή πτυχίο σε σχολή του χώρου της ψυχικής υγείας και των επιστημών του ανθρώπου (συνήθως ψυχολογίας). Η εκπαίδευση (ανάλογα με τη σχολή) διαρκεί 4 – 6 χρόνια.
Η ψυχανάλυση ιδρύθηκε από το νευρολόγο S.Freud στην προσπάθειά του να βρει νέους τρόπους θεραπείας σε κάποια προβλήματα ασθενών του, τα οποία όμως δεν είχαν οργανική αιτία. Στην κλασική ψυχανάλυση οι συνεδρίες διαρκούν 45-60 λεπτά και γίνονται κατά μέσο όρο 3 φορές την εβδομάδα, ανάλογα με το θέμα του κάθε αναλυόμενου. Είναι μια διαδικασία που διαρκεί αρκετά χρόνια.
Οι συνεργάτες και συνεχιστές του Freud, όπως για παράδειγμα Jung, Adler, Reich, Klein κ.α., συμφώνησαν ή διαφώνησαν με κάποια σημεία της θεωρίας του, την εξέλιξαν και αναζήτησαν νέους τρόπους ερμηνείας και αντιμετώπισης των ψυχικών προβλημάτων, δημιουργώντας ο καθένας τη “σχολή” του και κατ’ επέκταση τη δική του τεχνική. Τότε μιλάμε για κλασική ψυχανάλυση αλλά ψυχαναλυτικά προσανατολισμένες ψυχοθεραπείες ή αλλιώς “εν τω βάθει” ψυχοθεραπείες. Και η ψυχανάλυση και αυτού του τύπου οι ψυχοθεραπείες πηγαίνουν πέρα από τη συνειδητοποίηση και την αυτογνωσία. Ανακαλύπτεις υποσυνείδητα κίνητρα, ανάγκες, προσδοκίες, φόβους και πεποιθήσεις τα οποία καθόριζαν τη ζωή σου χωρίς να το καταλαβαίνεις και ανακαλύπτεις νέους λειτουργικούς τρόπους σκέψης και συμπεριφοράς, χωρίς απαραίτητα να έχουν αλλάξει οι συνθήκες ζωής σου. Η ψυχοθεραπεία εστιάζει και στην παρούσα κατάσταση, αλλά ο απώτερος στόχος είναι η εύρεση της βαθύτερης αιτίας των προβλημάτων, η “επούλωση” των ψυχικών τραυμάτων, η αλλαγή της στάσης ζωής έτσι ώστε καταστάσεις ή άνθρωποι που σε μπλόκαραν και σε επηρέαζαν αρνητικά στο παρελθόν, να αντιμετωπίζονται με πιο λειτουργικούς για σένα τρόπους. Γίνεται θεραπευτική δουλειά με ολόκληρη τη δομή του χαρακτήρα και όχι με τα μεμονωμένα συμπτώματα. Συνειδητοποιείς καλύτερα τη σχέση ανάμεσα στον τρόπο που σκέπτεσαι, που αισθάνεσαι και που συμπεριφέρεσαι. Η διάρκεια των συνεδριών είναι επίσης 45-60 λεπτά 1 φορά την εβδομάδα (κάποιες φορές 2 φορές την εβδομάδα για λίγο διάστημα, συνήθως στην αρχή της θεραπείας, όταν το άτομο είναι πολύ φορτισμένο συναισθηματικά). Μια ψυχοθεραπεία του βάθους διαρκεί από μερικούς μήνες μέχρι χρόνια – όχι τόσα όμως όπως η κλασική ψυχανάλυση – ανάλογα με το θέμα του ατόμου.
 Υπάρχουν επίσης και οι μεταγενέστερες μορφές ψυχοθεραπείας με σημαντικότερες την ψυχοθεραπεία gestalt, τη συστημική ψυχοθεραπεία και τη γνωσιακή-συμπεριφορική ψυχοθεραπεία. Δεν ασχολούνται τόσο με το παρελθόν και τα παιδικά τραύματα, αλλά επικεντρώνονται περισσότερο στο παρόν και στην αλλαγή των μη λειτουργικών συμπεριφορών. Η διάρκειά τους ποικίλει, π.χ. η γνωσιακή-συμπεριφορική ψυχοθεραπεία διαρκεί λίγους μήνες, η gestalt από λίγους μήνες μέχρι κάποια χρόνια, ανάλογα με το αίτημα του θεραπευόμενου, κλπ.
Ουσιαστικά ψυχαναλυτής λέγεται αυτός που έχει εκπαιδευτεί στην κλασική (φροϋδική) ψυχανάλυση και ψυχοθεραπευτής αυτός που έχει εκπαιδευτεί σε κάποια από τις υπόλοιπες ψυχοθεραπείες (ψυχοδυναμικού τύπου ή μη).
Η διαδικασία αυτογνωσίας, συμβουλευτικής και ψυχανάλυσης-ψυχοθεραπείας απευθύνεται σε ανθρώπους οι οποίοι δεν πάσχουν από βαριές ψυχικές διαταραχές (π.χ. σχιζοφρένεια). Απαραίτητη προϋπόθεση είναι να έχει το άτομο επαφή με την πραγματικότητα, να έχει ένα συγκροτημένο Εγώ. Για παράδειγμα, κατά τη διάρκεια παραισθήσεων δεν είναι εφικτό να μπορέσουμε να κάνουμε μία θεραπεία μέσω λόγου. Χρειάζεται παράλληλη φαρμακοθεραπεία, και αυτό είναι δουλειά του ψυχιάτρου, να "κατευναστούν" τα ψυχωτικά συμπτώματα. Τότε μόνο μπορεί να συνδυαστεί με μια υποστηρικτική ψυχοθεραπεία.
Βασικό στοιχείο στην ψυχανάλυση και σε αρκετές σχολές ψυχοθεραπείας είναι η προσωπική θεραπεία του θεραπευτή. Κάτι που δεν ισχύει για τους ψυχιάτρους και τους ψυχολόγους. Είναι υποχρεωμένος ο εκπαιδευόμενος ψυχαναλυτής/ψυχοθεραπευτής να κάνει ο ίδιος ψυχανάλυση/ψυχοθεραπεία. Οφείλει να έχει λύσει τα δικά του θέματα πριν ασχοληθεί με τα θέματα του άλλου. Εάν δεν γνωρίζει κάποια πράγματα για τον εαυτό του είναι πάρα πολύ εύκολο να “μπλέξει” χωρίς να το καταλάβει τα δικά του προβλήματα με τα προβλήματα του θεραπευόμενου, να μπλοκάρει η θεραπεία και να μην οδηγείται πουθενά. Ρίχνοντας μια ματιά ο καθένας στο περιβάλλον που μεγάλωσε και βλέποντας τα ψυχικά θέματα και “κολλήματα” – μικρά ή μεγάλα – που μπορεί να είχαν οι γονείς, δάσκαλοι, φίλοι μας θα δούμε πόσο μας έχουν – λίγο ή πολύ – επηρεάσει. Ο θεραπευτής μεγάλωσε άραγε σε ένα ιδανικό περιβάλλον; Ή μήπως η γνώση που απέκτησε από τα βιβλία τον καθιστά αυτόματα ψυχικά υγιή; Η γνώση των βιβλίων είναι καλή για να κάνεις το πρώτο βήμα όχι όμως να φτάσεις στο τέρμα. Πολύ απλά: για να δείξεις τον δρόμο σε έναν άνθρωπο θα πρέπει πρώτα να τον έχεις βρει εσύ ο/η ίδιος/α.

Ποια μορφή ψυχοθεραπείας θα επιλέξει ο καθένας για τον εαυτό του είναι καθαρά θέμα υποκειμενικό. Τον σημαντικότερο ρόλο όμως παίζει η προσωπικότητα του θεραπευτή. Καταλαβαίνεις από τις πρώτες συνεδρίες αν σου ταιριάζει ο θεραπευτής και η προσέγγισή του/της ή όχι. Θα πρέπει να νιώθεις καλά και άνετα μαζί του/της. 
Μην εντυπωσιάζεσαι από ακριβά γραφεία ή από τις όποιες καλές δημόσιες σχέσεις μπορεί να έχει ο θεραπευτής και αμελήσεις άλλα πιο ουσιώδη. Δεν είναι κακό να ρωτήσεις για τις σπουδές ή την ψυχοθεραπευτική προσέγγιση στην οποία έχει εκπαιδευτεί ή αν έχει κάνει ο ίδιος θεραπεία
Ακολούθησε τη διαίσθησή σου…ξέρει καλύτερα!


Παρασκευή 23 Μαρτίου 2012

Επαγγελματική εξουθένωση


Ότανenough is enough...

                               από την ψυχολόγο-ψυχοθεραπεύτρια Έφη Ταμπουρά

Μια φορά κι έναν καιρό ήσουν ένας άνθρωπος με όρεξη και ενδιαφέρον για τη δουλειά σου.. Μέρα με τη μέρα αρχίζεις να μην θέλεις να πας στη δουλειά (ειδικά αν είναι Δευτέρα), ό, τι σε ευχαριστούσε κάποτε στη δουλειά τώρα σου φαίνεται “βαρύ”, εκνευρίζεσαι εύκολα με τους συναδέλφους και τους πελάτες, δεν σε ενδιαφέρει τις περισσότερες φορές αν κάνεις τη δουλειά σου σωστά, και γενικότερα χάνεις όποιο θετικό συναίσθημα είχες για το αντικείμενο της δουλειά σου.
 Οι εργασιακές συνθήκες που επικρατούν σήμερα (αβέβαιο επαγγελματικό μέλλον, ανάληψη υπερβολικών υποχρεώσεων χωρίς την αντίστοιχη αμοιβή και εκτίμηση για την εργασία που προσφέρεις κλπ) δημιουργούν ένα έντονο και μόνιμο άγχος.
Το χρόνιο και έντονο εργασιακό stress οδηγεί στην εμφάνιση του συνδρόμου της “επαγγελματικής εξουθένωσης”. Τα πρώτα σημάδια είναι η απώλεια της ενεργητικότητας και κινήτρου για εργασία και εν συνεχεία για τους υπόλοιπους τομείς της ζωής και μια αίσθηση “μουδιάσματος” και αδυναμίας να αντιμετωπίσεις την κατάσταση. Κύρια χαρακτηριστικά είναι:

  •                        Έντονο άγχος
  •                        Έλλειψη ελπίδας
  •                        Αρνητισμός
  •                        Ευερεθιστότητα και ξεσπάσματα θυμού
  •                        Αίσθημα ματαίωσης
  •                        Αναποφασιστικότητα
  •                        Αίσθηση εγκλωβισμού σε μια κατάσταση από την οποία δεν υπάρχει διαφυγή
  •                        Αίσθηση υπερβολικής πίεσης από τα καθήκοντα της εργασίας
  •                        Αβεβαιότητα για την επιλογή του επαγγέλματος ή του χώρου εργασίας καθώς και την επαγγελματική επάρκεια και τις ικανότητές του.

  •                        Έλλειψη ικανοποίησης από την εργασία
  •                        Ανία και αδιαφορία
  •                        Ροπή σε ατυχήματα

Στις αλλαγές της διάθεσης έρχονται να προστεθούν και κάποια σωματικά συμπτώματα που θα έπρεπε να δώσουμε σημασία και μας χτυπούν το καμπανάκι όπως έντονη κόπωση, συχνοί πονοκέφαλοι, μυοσκελετικοί πόνοι (αυχένας, πλάτη, αρθρώσεις), γαστρεντερικά προβλήματα (πόνοι στο στομάχι, γαστρεντερίτιδες κλπ.), αϋπνία ή υπερβολικός ύπνος, αύξηση ή μείωση βάρους, δυσλειτουργία στη σεξουαλική ζωή, συχνά κρυολογήματα ή παρατεταμένη ασθένεια.

Αν είσαι άτομο ευσυνείδητο, θέλεις να είναι όλοι γύρω σου ευχαριστημένοι, γιατί έχεις τόση μεγάλη ανάγκη αποδοχής από τους άλλους με αποτέλεσμα δύσκολα να λες όχι, τότε είσαι πιο επιρρεπής στην επαγγελματική εξουθένωση. Έχεις υπερβολικές απαιτήσεις από τον εαυτό σου (και κατ’ επέκταση και από τους άλλους), θέλεις ό, τι κάνεις να το κάνεις τέλεια. Δύσκολα ζητάς  βοήθεια, προτιμάς να δουλεύεις μόνος/η και αναλαμβάνεις περισσότερα από όσα αντέχεις φτάνοντας συχνά ψυχικά και σωματικά στα όριά σου. Θέτεις μη ρεαλιστικούς στόχους και συνήθως μέσα από τη δουλειά και τα επιτεύγματά σου στον εργασιακό χώρο νιώθεις ότι αξίζεις.
Όλα αυτά δημιουργούν μια αρνητική εικόνα για τον εαυτό, επηρεάζοντας άμεσα την προσωπική και κοινωνική ζωή, αφού εύκολα μεταφέρουμε τα προβλήματα της δουλειάς εκεί. Σίγουρα στις μέρες μας είναι δύσκολο να αλλάξεις τις εργασιακές συνθήκες ή να εκφράσεις τη δυσαρέσκειά σου για οτιδήποτε σε πιέζει στη δουλειά. Αυτό που μπορείς να αλλάξεις όμως είναι μικρά πράγματα στην καθημερινότητά σου. Για παράδειγμα αντί να θέτεις έναν πολύ υψηλό στόχο, να τον “σπάσεις” σε μικρότερους, οι οποίοι θα είναι πιο εφικτοί. Έτσι η αίσθηση ότι καταφέρνεις πράγματα στην ζωή σου θα είναι πιο συχνή.
Αφού μόνο μέσα από τη δουλειά νιώθεις ότι αξίζεις, γιατί εκεί έχεις επενδύσει συναισθηματικά (η δουλειά είναι κάτι που ελέγχουμε πιο εύκολα, απ’ ότι π.χ. μια σχέση), δύσκολα θα επιτρέψεις στον εαυτό σου την απραξία! Θα πρέπει να οργανώσεις καλύτερα τον χρόνο σου έτσι ώστε να έχεις λίγο χρόνο για σένα. Να επιτρέψεις στον εαυτό σου να μην κάνει για κάποιες ώρες ή μέρες (πολλοί άνθρωποι δεν μπορούν να χαλαρώσουν ούτε στην άδειά τους) τίποτα που να έχει σχέση με δουλειά. Αρκετοί ακόμα και τα χόμπυ τους τα βάζουν σε ένα αυστηρό πρόγραμμα εργασιακού τύπου. Πάρε επαφή με τα συναισθήματά σου και μην χρησιμοποιείς τη δουλειά ή άλλες δραστηριότητες για να μην νιώθεις και σκέφτεσαι τα όποια προβλήματα. Όσο περισσότερο τα αγνοείς, τόσο θα αυτό θα σε εξαντλήσει ψυχικά και σωματικά.
Μοιράσου τις ευθύνες και τις αρμοδιότητες της δουλειάς, έστω κι αν τα πράγματα δεν γίνουν (τέλεια) όπως τα θέλεις. Ίσως όμως εκπλαγείς ευχάριστα. Το ίδιο ισχύει και για την προσωπική σου ζωή. Το να ζητάς βοήθεια δε σημαίνει ότι δεν είσαι ικανός/η!
Όλα αυτά έχουν βαθύτερα αίτια για τον καθένα διαφορετικά.. Όταν έρχεται η εργασία να καλύψει αυτό το οποιοδήποτε συναισθηματικό κενό, το πιο πιθανό είναι να βάζουμε σε δεύτερη μοίρα την προσωπική μας ζωή και τα αγαπημένα μας πρόσωπα, τη σχέση μας (αν υπάρχει!).
Είναι σημαντικό λοιπόν να έχεις στη ζωή σου και να επενδύεις συναισθηματικά σε ανθρώπους που πιστεύουν σε σένα, δεν σε κριτικάρουν, δεν σε ανταγωνίζονται και σε βοηθούν να εξελίσσεσαι προς το καλύτερο. Βγάλε απ’ τη ζωή σου τους ανθρώπους και τις συνήθειες που “ρουφούν” την ενέργειά σου. Η ζωή σου είναι πολύτιμη! Δεν χρειάζεται να εξουθενωθείς για να καταλάβεις ότι η ψυχή σου και το σώμα σου δεν αντέχουν άλλο τον τρόπο ζωής που έχεις επιλέξει.

Παρασκευή 16 Μαρτίου 2012

Χαμηλή αυτοπεποίθηση


Αν δεν αγαπήσεις τον εαυτό σου, μην περιμένεις να το κάνει κάποιος άλλος για σένα…

                                  από την ψυχολόγο-ψυχοθεραπεύτρια Έφη Ταμπουρά
  
Κάποιοι/ες από σας αντιμετωπίζετε δυσκολία στο να δημιουργήσετε φιλικές ή ερωτικές σχέσεις και ακόμα κι όταν τις δημιουργείτε δεν αργούν να φανούν τα προβλήματα. Εστιάζετε στα αρνητικά και όχι στα θετικά ενός γεγονότος ή μιας κατάστασης. Νιώθετε αμηχανία στα θετικά σχόλια των γύρω σας. Υποβιβάζετε τα θετικά σας στοιχεία και αναφέρεστε πιο συχνά στον εαυτό σας με αρνητικούς χαρακτηρισμούς παρά με θετικούς. Σε περίπτωση αποτυχίας η στεναχώρια και οι αυτοκατηγορίες είναι έντονες.  Η κριτική για σας είναι μαχαίρι στην καρδιά ακόμα κι αν είναι εποικοδομητική και δεν αντέχετε τα αρνητικά σχόλια. Ένα αρνητικό σχόλιο μπορεί να το σκέφτεστε για μέρες και να χάσετε τον ύπνο σας! Με ευκολία όμως κριτικάρετε τους άλλους, κάποιες φορές σκληρά. Δεν αντέχετε να κάνετε λάθος. Θέλετε να τα κάνετε όλα σωστά! Συγκρίνετε συνεχώς τον εαυτό σας με τους άλλους και τις περισσότερες φορές νιώθετε κατώτεροι. Αγχώνεστε πολύ εύκολα και χάνετε επίσης εύκολα το κουράγιο σας. Καθετί καινούργιο δημιουργεί τεράστιο άγχος και η αναβλητικότητα είναι μόνιμο στοιχείο στη ζωή σας. Ανέχεστε αρκετά, δεν βάζετε όρια στις απαιτήσεις των άλλων, δεν εκφράζετε τη γνώμη σας, είστε παθητικοί και όλα αυτά για να μην ρισκάρετε να δυσαρεστηθούν οι άλλοι και τους χάσετε απ’ τη ζωή σας. Τέλος στον τομέα της εργασίας δεν αποδίδετε όσο θα θέλατε ή στον βαθμό που αντιστοιχεί στις δυνατότητές σας. Ίσως αναγνωρίζετε όλα τα παραπάνω χαρακτηριστικά στον εαυτό σας ή έστω κάποια από αυτά.

Τι συνέβη όμως κι εξελίχθηκαν έτσι τα πράγματα;

 Όταν τα πρόσωπα που πρωτοαγάπησες στη ζωή σου (κυρίως η μαμά αλλά και ο μπαμπάς) δεν σε επιβράβευαν όσο θα έπρεπε και απέρριπταν ή έμεναν αδιάφοροι απέναντι σε αυτά που θεωρούσες εσύ επιτεύγματα, το ίδιο θα κάνεις κι εσύ αργότερα στον εαυτό σου, αλλά και στους άλλους. Οι γονείς λειτουργούν ως καθρέφτης. Μέσα από το βλέμμα τους μαθαίνουμε την αξία του εαυτού μας. Πάνω σ’ αυτή τη βάση θα χτίσουν αργότερα οι δάσκαλοι, συγγενείς, φίλοι και ερωτικοί σύντροφοι. Όταν νιώθεις πως δεν αξίζεις και απορρίπτεις συνεχώς τον εαυτό σου, υποσυνείδητα τα άτομα που επιλέγεις στη ζωή σου θα σε απορρίψουν κι αυτά με τη σειρά τους. Αν δεν αγαπάς και δεν εκτιμάς τον εαυτό σου για ποιο λόγο να το κάνει κάποιος άλλος; Πολύ σημαντικό είναι επίσης το γεγονός ότι ακόμα κι αν σου δώσει τη σημασία που θέλεις κάποιος/α δεν το πιστεύεις! Απ’ τη στιγμή που δεν πιστεύεις στον εαυτό σου, δεν θα πιστέψεις ότι π.χ. ένας άντρας ή μια γυναίκα ενδιαφέρεται για σένα και θα το σαμποτάρεις μονή/ος σου. Θα κάνεις υποσυνείδητα οτιδήποτε περνάει απ’ το χέρι σου για να εκπληρώσεις την “προφητεία” της απόρριψης.

Αντί να αυτοκαταστρέφεσαι λοιπόν είναι προτιμότερη η αυτογνωσία και η διόρθωση αυτής της συμπεριφοράς.

Η ψυχοθεραπεία λειτουργεί σε αυτή την περίπτωση επανορθωτικά. Μέσα από τη σταθερή σχέση με τον θεραπευτή, ο οποίος γνωρίζει πώς να χειριστεί τις τραυματικές εμπειρίες του παρελθόντος, σε δέχεται όπως είσαι, σε βοηθάει να ανακαλύψεις την δύναμη που κρύβεις μέσα σου, αναγνωρίζοντας και ενισχύοντας τα θετικά σου στοιχεία  και σε ενθαρρύνει να αποδεχτείς τον εαυτό σου με όλες του τις πλευρές. Τέλος μαθαίνεις να διαχειρίζεσαι και να ξεπερνάς συναισθήματα όπως άγχος, θλίψη, θυμό και γενικότερα να στηριχτείς στα πόδια σου και να ενηλικιωθείς συναισθηματικά.

Είναι σημαντικό να έχεις ανθρώπους στη ζωή σου, με τους οποίους μπορείς να συζητήσεις χωρίς φόβο ό, τι σε απασχολεί και οι οποίοι χαίρονται με τη χαρά σου και σου συμπαραστέκονται στη λύπη σου και όχι το αντίστροφο.

Κάνε μια λίστα με τα θετικά σου χαρακτηριστικά. Ίσως εντυπωσιαστείς από το πόσα θα βρεις… Επίσης μια λίστα με τα επιτεύγματά σου, τις δεξιότητες και τα ταλέντα σου. Γενικότερα πράγματα στα οποία είσαι καλός/η. Επεδίωξε να ασχοληθείς με κάποιο από αυτά. Οι λίστες βοηθούν στο να οργανώσεις και κυρίως να οπτικοποιήσεις αυτό που έχεις μέσα στο μυαλό σου. Άλλο να τα έχεις στο μυαλό σου (λίγο συγκεχυμένα) και άλλο να τα βλέπεις μπροστά σου γραμμένα. Δεν θα πρέπει βέβαια οι λίστες να γίνουν ευαγγέλιο! Ανανεώνονται και εξελίσσονται όπως άλλωστε κι εμείς.

Είναι άδικο να βλέπω ανθρώπους ικανούς, οι οποίοι έχουν δυνατότητες να κάνουν απίστευτα πράγματα, να ζουν μια ζωή ποιοτικά κατώτερή τους. Όταν ήσουν παιδί ταυτίστηκες με μια εικόνα που σου πρόσαψαν που όμως δεν αντιστοιχούσε στην πραγματικότητα. Δεν είσαι πια μικρό παιδί και είναι καιρός αυτό το αόρατο λουρί με το οποίο είσαι δεμένος/η να κοπεί και να αυτονομηθείς συναισθηματικά. Ακόμα κι αν εξακολουθείς να μένεις στο ίδιο σπίτι με τους γονείς σου (μιας και οι συνθήκες δεν ευνοούν τέτοιου τύπου αλλαγές). Όπως και να 'χει, να θυμάσαι: είσαι παιδί των γονιών σου, αλλά όχι πια παιδί.

                                                                                                                                                       (#1)